Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ένρινος η ένρινη το ένρινο
      γενική του ένρινου της ένρινης του ένρινου
    αιτιατική τον ένρινο την ένρινη το ένρινο
     κλητική ένρινε ένρινη ένρινο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ένρινοι οι ένρινες τα ένρινα
      γενική των ένρινων των ένρινων των ένρινων
    αιτιατική τους ένρινους τις ένρινες τα ένρινα
     κλητική ένρινοι ένρινες ένρινα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ένρινος < εν- + ρίνα + -ος < αρχαία ελληνική ῥίς ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική nasal)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ένρινος, -η, -ο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία