Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική έρρινος έρρινη έρρινο
γενική έρρινου έρρινης έρρινου
αιτιατική έρρινο έρρινη έρρινο
κλητική έρρινε έρρινη έρρινο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έρρινοι έρρινες έρρινα
γενική έρρινων έρρινων έρρινων
αιτιατική έρρινους έρρινες έρρινα
κλητική έρρινοι έρρινες έρρινα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έρρινος < εν- + ρίνα + -ος < αρχαία ελληνική ῥίς ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική nasal)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

έρρινος, -η, -ο

  1. που δημιουργείται στη ρινική κοιλότητα ή προέρχεται από κει
  2. (γλωσσολογία) που δημιουργείται στη ρινική κοιλότητα ή προέρχεται από κει

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία