Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική ρινικός ρινική ρινικό
γενική ρινικού ρινικής ρινικού
αιτιατική ρινικό ρινική ρινικό
κλητική ρινικέ ρινική ρινικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ρινικοί ρινικές ρινικά
γενική ρινικών ρινικών ρινικών
αιτιατική ρινικούς ρινικές ρινικά
κλητική ρινικοί ρινικές ρινικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρινικός < ρίνα + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ρινικός

  1. ο σχετικός με την ρίνα
  2. ο σχετικός με την ρίνα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία