Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λαμπυρίδα θηλυκό και λαμπυρίς θηλυκό

αυτή είχε μάθει από τον γέροντά της τον παπα-Γεράσιμον, ότι οι φωτιές των κανδηλιών πρέπει να είναι μικρές, τόσες δα, σαν λαμπυρίδες (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τ' αγνάντεμα)