Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική δηλωθείς δηλωθείσα δηλωθέν
γενική δηλωθέντος δηλωθείσας
δηλωθείσης
δηλωθέντος
αιτιατική δηλωθέντα δηλωθείσα δηλωθέν
κλητική δηλωθείς δηλωθείσα δηλωθέν
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δηλωθέντες δηλωθείσες δηλωθέντα
γενική δηλωθέντων δηλωθεισών δηλωθέντων
αιτιατική δηλωθέντες δηλωθείσες δηλωθέντα
κλητική δηλωθέντες δηλωθείσες δηλωθέντα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δηλωθείς < λόγια μετοχή παθητικού αορίστου του δηλώνω < δηλόω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

δηλωθείς

  1. που δηλώθηκε επισήμως, που αναφέρθηκε επισήμως, που ανακοινώθηκε, γνωστοποιήθηκε
    οι δηλωθείσες δαπάνες, ζημίες κ.λπ.
    οι δηλωθέντες ημιυπαίθριοι, αθλητές (για κάποιο αγώνισμα), κ.λπ.
    τα δηλωθέντα κρούσματα / η διαφορά μεταξύ δηλωθέντος και τεκμαρτού εισοδήματος κ.λπ.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

δηλωθείς

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλώνομαι
  2. θα δηλωθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δηλώνομαι