Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σημαίνω < κληρονομημένη από την αρχαία ελληνική σημαίνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

σημαίνω, πρτ.: σήμαινα, στ.μέλλ.: θα σημάνω, αόρ.: σήμανα, παθ.φωνή: σημαίνομαι, π.αόρ.: σημάνθηκα, μτχ.π.π.: σεσημασμένος

  1. χωρίς παθητική φωνή, συνήθως στο τρίτο πρόσωπο
    1. (μεταβατικό) είμαι φορέας μιας σημασίας μέσα στο πλαίσιο ενός κώδικα επικοινωνίας, όπως είναι η γλώσσα
      τι σημαίνει η λέξη "ενδελεχώς";
    2. (μεταβατικό) ταυτίζομαι με κάτι άλλο ως προς το νοηματικό περιεχόμενο
      η επιφύλαξή μου δε σημαίνει απροθυμία
    3. (μεταβατικό) (αμετάβατο) εκπέμπω ένα ηχητικό σήμα που αναγγέλλει ή προειδοποιεί για κάτι
      σήμανε συναγερμός στο στρατόπεδο
      σημαίνω εγερτήριο κάθε μέρα στις 6
    4. (αμετάβατο) (μεταφορικά) φτάνει η ώρα
      σήμανε η ώρα για να ξεσηκωθούμε
  2. με παθητική φωνή (μεταβατικό) καταγράφω σημάδι, σήμανσηδείτε τη λέξη σημαίνομαι

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Μετοχή παθητικού παρακειμένου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία