Δείτε επίσης: εἰκάζω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εικάζω <εἰκάζω < εἰκός < εἴκω. Προέρχεται από το "εἰκός", το οποίο στα αρχαία ελληνικά σήμαινε όμοιος και ήταν μετοχή του αρχαιότερου ρήματος εἴκω (μοιάζω). Η ρίζα είναι κοινή με της λέξης "εικόνα"

  ΡήμαΕπεξεργασία

εικάζω

  • υποθέτω και συμπεραίνω ότι κάτι είναι σωστό επί τη βάσει κάποιων στοιχείων, τα οποία όμως δεν είναι απολύτως επαρκή για να σχηματίσω άποψη με βεβαιότητα. Εχει λιγότερο θετική έννοια από το ρήμα συμπεραίνω, το οποίο υποδηλώνει ότι κάποιος έχει έστω και στοιχειώδη δεδομένα για να συνάγει συμπέρασμα.
Εικάζω ότι θα καταδικασθεί
Αυτά που έρχονται, κανείς εύκολα τα εικάζει, (Κ. Καβάφης)


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία