Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποθέτω < αρχαία ελληνική ὑποτίθημι

  ΡήμαΕπεξεργασία

υποθέτω

  • εξετάζω κάτι ως ενδεχόμενο ή πιθανά αληθινό χωρίς όμως να υπάρχουν στοιχεία ότι αληθεύει ή ότι σίγουρα θα επαληθευτεί μελλοντικά

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία