Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενδεχόμενο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής ενεστώτα ενδεχόμενος του απρόσωπου ρήματος ενδέχεται

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενδεχόμενο ουδέτερο

  1. ένα γεγονός που ενδέχεται να συμβεί στο μέλλον, κάτι το πιθανό, όχι βέβαιο
  2. (μαθηματικά) υποσύνολο ενός δειγματικού χώρου. Αντιστοιχεί σε ένα γεγονός ή ένα σύμπλεγμα γεγονότων τα οποία, μπορεί να συμβούν, ή να μη συμβούν.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία