Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kənˈd͡ʒɛk.t͡ʃə(ɹ)/ (βρετανικό)
ΔΦΑ : /kənˈd͡ʒɛk.t͡ʃɚ/ (ΗΠΑ)
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

conjecture (en)

  1. εικοτολογία, η εικασία, μια υπόθεση (με την έννοια της εικασίας)
  2. (λογική, μαθηματικά) εικασία[1], υπόθεση

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΥπερώνυμαΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

conjecture (en)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Αγγλοελληνικό Λεξικό Μαθηματικής Ορολογίας, σελ. 58, Γιώργος Γεωργίου, Τμήμα Μαθηματικών και Στατιστικής Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία, Νοέμβριος 1999. Προσπέλαση 2020-02-29
  2. 2,0 2,1 (Αγγλικά) Weisstein, Eric W. "Conjecture" From MathWorld. Προσπέλαση 2020-02-29



Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kɔ̃.ʒɛk.tyʁ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
conjecture conjectures


conjecture (fr) θηλυκό