Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σημαίνων
σημαίνοντας
η σημαίνουσα το σημαίνον
      γενική του σημαίνοντος
σημαίνοντα
της σημαίνουσας
σημαινούσης*
του σημαίνοντος
    αιτιατική τον σημαίνοντα τη σημαίνουσα το σημαίνον
     κλητική σημαίνων
σημαίνοντα
σημαίνουσα σημαίνον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σημαίνοντες οι σημαίνουσες τα σημαίνοντα
      γενική των σημαινόντων των σημαινουσών των σημαινόντων
    αιτιατική τους σημαίνοντες τις σημαίνουσες τα σημαίνοντα
     κλητική σημαίνοντες σημαίνουσες σημαίνοντα
Ίδιες είναι οι αρχαίες καταλήξεις για τα τρία γένη: -ων, -ουσα, -ον
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα 'τρέχων', Κατηγορία όπως «τρέχων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σημαίνων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σημαίνων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σημαίνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

σημαίνων, -ουσα, -ον

  1. σημαντικός, εξέχων
    ο κ. Χ, ένας σημαίνων παράγοντας του υπουργείου Εξωτερικών
  2. (κυριολεκτικά) που σημαίνει, που έχει τη σημασία → δείτε τη λέξη σημαίνον

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  ΜετοχήΕπεξεργασία

σημαίνων, σημαίνουσα, σημαῖνον