Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /siˈme.non.das/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ση‐μαί‐νο‐ντας

  ΜετοχήΕπεξεργασία

σημαίνοντας άκλιτο

  ΜετοχήΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σημαίνων
σημαίνοντας
η σημαίνουσα το σημαίνον
      γενική του σημαίνοντος
σημαίνοντα
της σημαίνουσας
σημαινούσης*
του σημαίνοντος
    αιτιατική τον σημαίνοντα τη σημαίνουσα το σημαίνον
     κλητική σημαίνων
σημαίνοντα
σημαίνουσα σημαίνον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σημαίνοντες οι σημαίνουσες τα σημαίνοντα
      γενική των σημαινόντων των σημαινουσών των σημαινόντων
    αιτιατική τους σημαίνοντες τις σημαίνουσες τα σημαίνοντα
     κλητική σημαίνοντες σημαίνουσες σημαίνοντα
Ίδιες είναι οι αρχαίες καταλήξεις για τα τρία γένη: -ων, -ουσα, -ον
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα 'τρέχων', Κατηγορία όπως «τρέχοντας» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

σημαίνοντας, -ουσα, ον

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία