Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξέχων < αρχαία μετοχή ενεστώτα του ρήματος εξέχω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

εξέχων, -ουσα, -ον

  1. που εξέχει, ξεχωρίζει, προεξέχει
  2. ο σημαντικός, ο ξεχωριστός, ο διακεκριμένος
    Εχει εξέχουσα θέση στην ιεραρχία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία