Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σημαινόμενο τα σημαινόμενα
      γενική του σημαινομένου των σημαινομένων
    αιτιατική το σημαινόμενο τα σημαινόμενα
     κλητική σημαινόμενο σημαινόμενα
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σημαινόμενο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής ενεστώτα του σημαίνομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σημαινόμενο ουδέτερο

  • συστατικό στοιχείο του γλωσσικού σημείου, η ενυπάρχουσα έννοια, η σημασία στην οποία αυτό αναφέρεται
Το σημαινόμενο της λέξης άγαλμα αποδίδει την εννοιολογική σημασία της λέξης, δηλαδή αυτός που το βλέπει αγάλλεται.
Οι φοιτητές δεν κατάλαβαν τα σημαινόμενα από τη διάλεξη του καθηγητή τους.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία