Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σημειολογία οι σημειολογίες
      γενική της σημειολογίας των σημειολογιών
    αιτιατική τη σημειολογία τις σημειολογίες
     κλητική σημειολογία σημειολογίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σημειολογία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σημειολογία θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

βλ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία