Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

συμβόλων ουδέτερο

  1. σύμβολο, στη γενική του πληθυντικού