Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ σημεῖον τὰ σημεῖ
      γενική τοῦ σημείου τῶν σημείων
      δοτική τῷ σημεί τοῖς σημείοις
    αιτιατική τὸ σημεῖον τὰ σημεῖ
     κλητική ! σημεῖον σημεῖ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σημείω
γεν-δοτ τοῖν  σημείοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «στοιχεῖον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σημεῖον < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σημεῖον ουδέτερο

  1. σημείο, σημάδι
  2. (Χρειάζεται επεξεργασία)

  ΠηγέςΕπεξεργασία