Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απόδειξη οι αποδείξεις
      γενική της απόδειξης
αποδείξεως*
των αποδείξεων
    αιτιατική την απόδειξη τις αποδείξεις
     κλητική απόδειξη αποδείξεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απόδειξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόδειξις (-σις > -ση) < ἀποδείκνυμι < ἀπό δείκνυμι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈpo.ði.ksi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐πό‐δει‐ξη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απόδειξη θηλυκό

  1. (λόγιο) συλλογιστική πορεία, πληροφορία ή στοιχείο που δείχνει ότι κάτι αληθεύει
    το πιστοποιητικό πληροί τους όρους για την απόδειξη του επιπέδου γλωσσομάθειας
  2. (μαθηματικά) εξήγηση που με την χρήση των κανόνων της λογικής και με βάση ορισμένα αξιώματα δείχνει την αλήθεια ενός μαθηματικός θεωρήματος
  3. (οικονομία) χαρτάκι που δίνεται στον πελάτη με πληροφορίες για κάτι που αγόρασε, συμπεριλαμβανομένων της τιμής, του φόρου, της ημερομηνίας κ.α.
    ※  Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει καμία διάταξη νόμου που να προβλέπει για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους το καθεστώς που διέπει τη συγκέντρωση αποδείξεων για τα εισοδήματα και τις δαπάνες που θα πραγματοποιηθούν εντός του τρέχοντος έτους. (* εφημερίδα Το Βήμα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

{{βλ|και=1|αποδεικνύω]]

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία