Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τεκμαίρομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τεκμαίρομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

τεκμαίρομαι (μόνο στο ενεστωτικό θέμα) (αποθετικό)

  1. από ορισμένες ενδείξεις, σχηματίζω γνώμη, συμπεραίνω
  2. (στο γ' πρόσωπο) τεκμαίρεται: βγαίνει το συμπέρασμα επί τη βάσει τεκμηρίων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τεκμαίρομαι < η ενεργητική φωνή τεκμαίρω μόνο στους ποιητές μετά τον Όμηρο

  ΡήμαΕπεξεργασία

τεκμαίρομαι

  1. επί θεών, δια σημείου δηλώνω, προσδιορίζω
  2. γενικά προδιαγράφω
  3. από ορισμένες ενδείξεις, σχηματίζω γνώμη, συμπεραίνω
  4. επί των μελλόντων, προλέγω

  ΠηγέςΕπεξεργασία