Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέκμαρ < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέκμαρ και τέκμωρ

  1. τέλος, διαχωριστική γραμμή, σκοπός
  2. σημάδι, δείγμα
  3. σύμπτωμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία