Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέκμωρ < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέκμωρ

  1. (επικός τύπος) → δείτε τη λέξη τέκμαρ