Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /dal/
dal 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

dal (pl) θηλυκό

  1. το μακριά, το πέρα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία