Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βοσκότοπος βοσκότοποι
γενική βοσκότοπου βοσκότοπων
αιτιατική βοσκότοπο βοσκότοπους
κλητική βοσκότοπε βοσκότοποι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βοσκότοπος < βοσκή + τόπος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βοσκότοπος αρσενικό

  • οποιαδήποτε περιοχή κατάλληλη για ελεύθερη βοσκή, π.χ. λιβάδια, κατάφυτες πλαγιές βουνών κ.λπ. όπου παρέχουν πλούσια χορτονομή

ΤαυτόσημοΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία