Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμμότοπος < άμμος + τόπος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αμμότοπος αρσενικό

  1. τόπος γεμάτος άμμο
  2. (κατ' επέκταση) άγονος τόπος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία