Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαλτότοπος < βάλτος + τόπος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βαλτότοπος αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία