Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πετρότοπος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πετρότοπος αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία