Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βραχότοπος < από το βράχος και το τόπος.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βραχότοπος αρσενικό, και βραχοτόπι ουδέτερο (πληθυντικός βραχότοποι κ. βραχοτόπια)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

βράχος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία