Arrows blue.png Δείτε επίσης: Πέτρα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πέτρα πέτρες
γενική πέτρας πετρών
αιτιατική πέτρα πέτρες
κλητική πέτρα πέτρες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πέτρα < αρχαία ελληνική πέτρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πέτρα θηλυκό

  1. (ορυκτολογία) σκληρό ορυκτό διαφόρων σχημάτων και μεγεθών που αφθονεί πάνω από τη γη και μέσα σ’ αυτή
  2. (ιατρική) συσσωμάτωση αλάτων που εμφανίζεται σε ορισμένα όργανα του σώματος
    πέτρα στα νεφρά
  3. (μεταφορικά) κάτι πολύ σκληρό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • δεν έμεινε πέτρα πάνω στην πέτρα, δεν άφησε πέτρα πάνω στην πέτρα:
  • η πέτρα του σκανδάλου:
  • κάνω πέτρα την καρδιά μου:
  • με παίρνουν με τις πέτρες:
  • όποια πέτρα κι αν σηκώσεις θα τον βρεις από κάτω:
  • πιάνω την πέτρα και γίνεται χρυσάφι: είμαι χρυσοχέρης (συνήθως στο τρίτο πρόσωπο)
  • ρίχνω μαύρη πέτρα (πίσω μου):
  • στύβω την πέτρα: είμαι πολύ δυνατός (συνήθως στο τρίτο πρόσωπο)
  • το ξέρουν και οι πέτρες:

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία