Δείτε επίσης: Πέτρα

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πέτρα οι πέτρες
      γενική της πέτρας των πετρών
    αιτιατική την πέτρα τις πέτρες
     κλητική πέτρα πέτρες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Μάντρα φτιαγμένη από πέτρες.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πέτρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πέτρα (βράχος). Η σύγχρονη σημασία, μεσαιωνική.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpe.tɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πέ‐τρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πέτρα θηλυκό

  1. (ορυκτολογία) σκληρό ορυκτό διαφόρων σχημάτων και μεγεθών που αφθονεί πάνω από τη γη και μέσα σ’ αυτή
  2. (ιατρική) συσσωμάτωση αλάτων που εμφανίζεται σε ορισμένα όργανα του σώματος
    πέτρα στα νεφρά
  3. (μεταφορικά) κάτι πολύ σκληρό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική πέτρ αἱ πέτραι
      γενική τῆς πέτρᾱς τῶν πετρῶν
      δοτική τῇ πέτρ ταῖς πέτραις
    αιτιατική τὴν πέτρᾱν τὰς πέτρᾱς
     κλητική ! πέτρ πέτραι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πέτρ
γεν-δοτ τοῖν  πέτραιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'φαρέτρα' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία