Δείτε επίσης: πέτρος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Πέτρος οι Πέτροι
      γενική του Πέτρου των Πέτρων
    αιτιατική τον Πέτρο τους Πέτρους
     κλητική Πέτρο Πέτροι
Κατηγορία όπως «υπνάκος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Πέτρος < αρχαία ελληνική Πέτρος < πέτρος

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Πέτρος αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα
  2. (χριστιανισμός) βιβλίο της Βίβλου που περιέχει δύο επιστολές:
    • Α΄ Πέτρου: 5 κεφάλαια;
    • Β΄ Πέτρου: 3 κεφάλαια.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία