Δείτε επίσης: Κατηγορία:Λιμβουργιανή γλώσσα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιμβουργιανά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου λιμβουργιανός στον πληθυντικό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λιμβουργιανά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία