Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ορυκτό τα ορυκτά
      γενική του ορυκτού των ορυκτών
    αιτιατική το ορυκτό τα ορυκτά
     κλητική ορυκτό ορυκτά
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορυκτό < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ορυκτό ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ορυκτό