Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πετρέλαιο πετρέλαια
γενική πετρελαίου
& πετρέλαιου
πετρελαίων
& πετρέλαιων
αιτιατική πετρέλαιο πετρέλαια
κλητική πετρέλαιο πετρέλαια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πετρέλαιο < πέτρα + έλαιο ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική pétrole)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɛ.ˈtɾɛ.lɛ.ɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πετρέλαιο ουδέτερο

  • παχύρρευστο, μαύρο, βαθύ καφετί ή πρασινωπό υγρό ορυκτό καύσιμο που αποτελείται κυρίως από υδρογονάνθρακες

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία