Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υδρογονάνθρακας < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υδρογονάνθρακας αρσενικό

  1. χημική ένωση που αποτελείται από άτομα άνθρακα και υδρογόνου· περιέχεται στο αργό πετρέλαιο και το φυσικό αέριο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία