Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική υγρός υγρή υγρό
γενική υγρού υγρής υγρού
αιτιατική υγρό υγρή υγρό
κλητική υγρέ υγρή υγρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υγροί υγρές υγρά
γενική υγρών υγρών υγρών
αιτιατική υγρούς υγρές υγρά
κλητική υγροί υγρές υγρά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υγρός < αρχαία ελληνική ὑγρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wegʷ- (υγρός)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υγρός, -ή, -ό

  1. σχετικός με τη δεύτερη κατάσταση της ύλης, ανάμεσα στην στερεή και την αεριώδη· χαρακτηρίζεται από σχετικά ελεύθερη κίνηση των μορίων, με αποτέλεσμα τα υγρά σώματα να έχουν σταθερό όγκο αλλά μεταβλητό σχήμα, καθώς τείνουν να λάβουν το σχήμα του δοχείου που τα περιέχει.
    μετάβαση από την στερεή στην υγρή κατάσταση
      συνώνυμα: ρευστός, υδατώδης
  2. που έχει βραχεί
    υγρά μάτια (μάτια δακρυσμένα)
      συνώνυμα: βρεγμένος, διάβροχος, κάθυγρος, νοτερός, νοτισμένος, μούσκεμα
      αντώνυμα: στεγνός
  3. (ουσιαστικοποιημένο) υγρό

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • υγρά σύμφωνα: τα γράμματα λ και ρ
  • υγρό πυρ: εύφλεκτο υγρό μίγμα που χρησιμοποιούνταν ως όπλο από τους Βυζαντινούς ναυτικούς
  • υγρός τάφος: η θάλασσα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία