Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο νωπός η νωπή το νωπό
      γενική του νωπού της νωπής του νωπού
    αιτιατική τον νωπό τη νωπή το νωπό
     κλητική νωπέ νωπή νωπό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι νωποί οι νωπές τα νωπά
      γενική των νωπών των νωπών των νωπών
    αιτιατική τους νωπούς τις νωπές τα νωπά
     κλητική νωποί νωπές νωπά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νωπός < μεσαιωνική ελληνική < νεο- (< νέος) + -ωπός (< ὤψ, γενική: ὠπός)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /noˈpos/ αρσενικό
ΔΦΑ : /noˈpi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /noˈpo/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

νωπός, -ή, -ό

  1. φρέσκος
  2. (συνεκδοχικά) που δεν έχει στεγνώσει ακόμη
     συνώνυμα: υγρός
  3. (μεταφορικά) πρόσφατος
  4. (για λουλούδια ή καρπούς) φρεσκοκομμένος
  5. (για χώμα) που σκάφτηκε πριν από λίγο

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία