Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φρέσκος < ιταλική fresco

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈfɾɛ.skɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈfɾɛ.sca/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈfɾɛ.skɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φρέσκος -ια -ο

  1. (για τρόφιμα) που δεν έχει υποστεί έντονη επεξεργασία και δεν έχει διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα σε συνθήκες συντήρησης, εννοείται χωρίς να έχει αλλοιωθεί η σύστασή του ή η υγιεινή του κατάσταση
    'φρέσκο τυρί, γάλα, γιαούρτι, αβγό
     συνώνυμα: νωπός
  2. (για τρόφιμα) σύμφωνα με διάφορες τροπολογίες ευνοϊκές για τη βιομηχανία τροφίμου φρέσκα χαρακτηρίζονται και προϊόντα που συντηρούνται με διάφορα μέσα χωρίς να είναι κυριολεκτικά φρέσκα
  3. καινούριος ή πρωτότυπος
    Οι εκδότες θέλουν φρέσκιες ιδέες
  4. αναζωογονητικός, καθαρός, δροσερός
    Ήρθε για πρόσληψη μια συμπαθέστατη φρέσκια κοπελίτσα, όλο κέφι για δουλειά, αλλά είχαμε άλλες 50 υποψήφιες...
  5. αναζωογονημένος
    Ήρθε φρέσκος-φρέσκος και με ζάλισε με ιδέες και σχέδια

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία