Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μπαγιάτικος η μπαγιάτικη το μπαγιάτικο
      γενική του μπαγιάτικου της μπαγιάτικης του μπαγιάτικου
    αιτιατική τον μπαγιάτικο την μπαγιάτικη το μπαγιάτικο
     κλητική μπαγιάτικε μπαγιάτικη μπαγιάτικο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μπαγιάτικοι οι μπαγιάτικες τα μπαγιάτικα
      γενική των μπαγιάτικων των μπαγιάτικων των μπαγιάτικων
    αιτιατική τους μπαγιάτικους τις μπαγιάτικες τα μπαγιάτικα
     κλητική μπαγιάτικοι μπαγιάτικες μπαγιάτικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπαγιάτικος < (άμεσο δάνειο) τουρκική bayat < οθωμανική τουρκική بیات (bayat) < αραβική بائت (bā̕it)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μπαγιάτικος, -η, -ο

  1. (για τρόφιμα) που έχει αρκετά παλιά ημερομηνία παραγωγής/ παρασκευής και η γεύση του, η όψη του και η οσμή του δεν το κάνουν πια ελκυστικό για κατανάλωση
     συνώνυμα: έωλος
  2. (μεταφορικά) παλιός, παρωχημένος
    αυτή η είδηση είναι πια μπαγιάτικη

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία