Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό rassis rassis
θηλυκό rassise rassises

rassis (fr)

  1. μπαγιάτικος
  2. ήρεμος, ατάραχος

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Το θηλυκό, rassise, δεν συνηθίζεται. Προτιμάται η μορφή « rassie ».

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία