Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

φρεσκάρω < φρέσκος + -άρω

  ΡήμαΕπεξεργασία

φρεσκάρω

  1. κάνω κάτι να μοιάζει φρέσκο, το ανανεώνω ή το αναζωογονώ ώστε να αποκτήσει όντως τα χαρακτηριστικά του φρέσκου και δροσερού
    φρεσκάρω το δωμάτιο (το βάφω)/φρεσκάρω τα γαλλικά μου (προσπαθώ να τα ξαναθυμηθώ)
    Πάω να φρεσκαριστώ (να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου, να αλλάξω ρούχα, να κάνω ένα ντους, να αναζωογονηθώ)
    φρεσκάρω το μακιγιάζ, την κόμμωση των μαλλιών : ανανεώνω
    φρεσκάρω' τα λουλούδια στο βάζο (πετάω τα μαραμένα και βάζω άλλα)
  2. (για αέρα): δυναμώνει η έντασή του και γίνεται πιο ψυχρός
    Ἀπ᾽ τὴ θάλασσα, παπά, τὰ ἴδια καὶ χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός, φουρτούνα, κιαμέτ. Ὅλο καὶ φρεσκάρει. Ξίδι μοναχό. Ποῦ μπορεῖς νὰ ξεμυτίσῃς ὄξ᾽ ἀπ᾽ τὸ λιμάνι, κατὰ τ᾽ Ἀσπρόνησο! (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία