Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναζωογονώ < λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

αναζωογονώ

  1. δίνω ξανά σε κάτι ζωντάνια
    όταν είστε κουρασμένοι, ένα ζεστό μπάνιο μπορεί να σας αναζωογονήσει

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία