Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υγρασία οι υγρασίες
      γενική της υγρασίας των υγρασιών
    αιτιατική την υγρασία τις υγρασίες
     κλητική υγρασία υγρασίες
Συνήθως στον ενικό.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υγρασία < αρχαία ελληνική ὑγρασία < ὑγραίνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.ɣɾaˈsi.a/
συλλαβισμός: υ‐γρα‐σί‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υγρασία

  1. (μετεωρολογία) η αυξημένη ποσότητα υδρατμών στην ατμόσφαιρα
    Έχει πολλή υγρασία το πρωί. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)
     αντώνυμα: ξηρασία
  2. το πόσο υγρό είναι ένα μέρος ή αντικείμενο
  3. τα σταγονίδια νερού που σχηματίζονται σε μια επιφάνεια ή το σάπισμα από αυτά σε τοίχο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία