Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βρέχω < αρχαία ελληνική βρέχω

  ΡήμαΕπεξεργασία

βρέχω

  1. (μεταβατικό) υγραίνω, διαβρέχω, μουσκεύω κάτι με κάποιο υγρό, συνήθως με νερό
    βρέχω το μαντήλι
  2. (αμετάβατο) (στο τρίτο ενικό πρόσωπο) βρέχει (→ βλέπε λέξη): περιγράφει το φυσικό φαινόμενο της βροχής
    θα βρέξει αύριο
  3. μουσκεύω, δροσίζω
    Λίγο νερό, να βρέξω το στόμα μου.
  4. (μεταφορικά) μετά από το άρθρο το: γιορτάζω πίνοντας
    το βρέξαμε χθες
  5. (μεταφορικά) ραπίζω, χτυπώ, δέρνωβλέπε έκφραση: σπάω στο ξύλο
    του τις έβρεξε
    θα στις βρέξω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Με διαφορετικό έτυμο:


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βρέχω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *Hreǵ- (ρέω, κυλώ)· συγγενές με το λατινικό rigo, γοτθικό rign

  ΡήμαΕπεξεργασία

βρέχω

  1. (μεταβατικό) υγραίνω, διαβρέχω, μουσκεύω κάτι με κάποιο υγρό, συνήθως με νερό
  2. (μεταγενέστερη ελληνική ) περιγράφει το φυσικό φαινόμενο της βροχής