Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μουσκεύω < μεσαιωνική ελληνική μουσκεύω < μοσκεύω < μοσχεύω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mus.ˈcɛ.vɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

μουσκεύω

  1. (μεταβατικό) καταβρέχω κάτι ή το βάζω σε νερό ή άλλο υγρό ώστε να ποτιστεί με αυτό
  2. (αμετάβατο) βρέχομαι πάρα πολύ με νερό ή άλλο υγρό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία