Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υγραίνομαι, παθητική φωνή του ρήματος υγραίνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

υγραίνομαι, πρτ.: υγραινόμουν, στ.μέλλ.: θα υγρανθώ, αόρ.: υγράνθηκα

  1. γίνομαι επιφανειακά υγρός, καλύπτομαι με μια υγρή ουσία
    υγράνθηκαν τα μάτια του (δάκρυσε)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία