Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδιάβροχος < ελληνιστική κοινή ἀδιάβροχος < ἀ- (στερητικό) + διά + βροχή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αδιάβροχος -η -ο

  1. που δεν τον διαπερνάει η βροχή, το νερό.
  2. το ουδέτερο ως ουσ: Το αδιάβροχοδείτε τη λέξη: .

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία