Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυλώ < αρχαία ελληνική κυλίω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ci.ˈlɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

κυλώ

  1. κινούμαι ομαλά πάνω σε μια διαδρομή εκτελώντας περιστροφική κίνηση
    καθώς οι τροχοί του αυτοκινήτου αρχίζουν να περιστρέφονται, η τριβή με την επιφάνεια του δρόμου κάνει το αυτοκίνητο να κυλήσει προς τα εμπρός
      συνώνυμα: τσουλώ, ρολάρω
  2. (για υγρά) κινούμαι ομαλά από ένα υψηλότερο σημείο προς ένα χαμηλότερο, ρέω
    τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του
    το ποτάμι κυλάει
  3. (μεταφορικά, για το χρόνο) περνώ
    τα χρόνια κυλούν

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία