Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βρέχει < τρίτο ενικό πρόσωπο του ρήματος βρέχω

  ΡήμαΕπεξεργασία

βρέχει, πρτ.: έβρεχε, στ.μέλλ.: θα βρέξει, αόρ.: έβρεξε (απρόσωπο)

  1. για τη βροχόπτωση, το φυσικό φαινόμενο της βροχής, ρίχνει βροχή, πέφτει βροχή
    θα βρέξει απόψε
  2. (μεταφορικά) για κάτι που πέφτει ή που έρχεται σε μεγάλη ποσότητα (σαν βροχή)
    βρέχει λεφτά
    "βρέχει φωτιά στη στράτα μου..."

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία