Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βροχόπτωση < βροχή + πτώση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βροχόπτωση θηλυκό

  1. πτώση βροχής, η βροχή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία