Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

βρεγμένος < βρέχω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

βρεγμένος

  1. αυτός που έχει βραχεί, μουσκεμένος


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία