Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική άβροχος άβροχη άβροχο
γενική άβροχου άβροχης άβροχου
αιτιατική άβροχο άβροχη άβροχο
κλητική άβροχε άβροχη άβροχο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άβροχοι άβροχες άβροχα
γενική άβροχων άβροχων άβροχων
αιτιατική άβροχους άβροχες άβροχα
κλητική άβροχοι άβροχες άβροχα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άβροχος < α- στερητικό + βροχή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άβροχος, -η, -ο

  1. που δεν έχει δεχτεί βροχή
    άβροχο χωράφι
  2. που δεν έχει φέρει βροχή
    με άβροχο Φλεβάρη, λιγοστό το στάρι
  3. (μεταφορικά) που δεν έχει κοπιάσει, άκοπα, χωρίς δυσχέρεια

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία